Ψιτ

Ψιτ

Βρέχει εκεί έξω.
Πάμε να χορέψουμε !

Μη μου κάνεις σβούρες,
θα ζαλιστώ,
αλλά εντάξει,
σ αγαπώ
τι να κάνω

ω, κοίτα
ο κόσμος γυρίζει
στη μουσική
και εμείς -κοίταξέ μας,
ασήμαντοι κομπάρσοι
τιποτένιοι, χαμογελάμε,

έτσι μας είπαν

και το βαλς συνεχίζει
χαμογελάς που
σε φιλούν οι ψιχάλες
και εγώ
ζηλεύω

μη σταματάς
άλλη μια στροφή
γύρω από τον κόσμο

λίγο ακόμη
κοίτα με
χόρεψέ με,

πριν ξυπνήσω





 

Posted in something like poetry | Tagged , | Leave a comment

Wait, almonds

Περίμενε.

Μην το πεις. Μην το γράψεις. Μην το στείλεις.

μπορείς αν θες

να το ψιθυρίσεις στον εαυτό σου.

Χρειάζεται ενίοτε να τη σπας την ησυχία

εκείνη της ερημιάς.

μεγάλωσες και σου έδωσαν χρόνο

να περιμένεις

όσο μεγαλώνεις τόσο μαθαίνεις να κοιμάσαι

όσο χρειάζεται κάθε φορά

για να αλλάζεις γνώμη

κι εδώ στη μέση

της ζωής, της νύχτας, του δωματίου, του δρόμου,

λες έγινα σοφός που περιμένω

ωστόσο δεν μπορείς

θα θρηνήσεις!

εκείνη την εποχή που δεν είχες χρόνο

να μαζέψεις τις λέξεις

γιατί αν έμεναν, έπνιγαν,

και ήσουν πολύ μικρός για να πεθάνεις.

και έφευγαν οι λέξεις

κι όποιον κι ότι πάρει ο χάρος

ψυχές, μυαλά, στιγμές, φιλιά, τσιγάρα

και ο ύπνος,  ανύπαρκτος

γιατί δεν έμενε τίποτα να διορθωθεί.

9167109765_5c803233e4_b

Posted in something like poetry | Leave a comment

Monday n.27

Μισό να μαζέψω λίγο τη σκόνη εδώ μέσα.

Εντάξει τώρα.

Σιωπή;  σκοτάδι;  κάτι ψελλίζουν τα ηχεία, υποθέτω ότι έξω από το παράθυρο το φεγγάρι κρέμεται σε κάποιο σύρμα, υποθέτω ότι μάλλον κάποιο ανεπαίσθητο αεράκι κυκλοφορεί ανάμεσα στα στενά και τα πάντα κοιμούνται ή σβήνουν ενοχές στο επόμενο σφηνάκι.

Και είναι όλα ακριβώς τοποθετημένα λάθος, σχεδόν στην εντέλεια, ωπ, μισό, σκίσε εκείνο το ποίημα και άπλωσε το στο πάτωμα, εκεί στη μέση. Οκ. Δε νομίζω να το διάβασες ε;

Μουτζούρες είναι.

Ωραία. Κάθισε. Ας πάρουμε απουσίες.

Ένα, δύο, τρία, τσιγάρο, αλκοόλ, συγκινήσεις. Απόντα.

Και τώρα σοβαρά περιμένεις να γράψεις. Με μισό χάπι δίπλα στο πληκτρολόγιο.

Αφού game over δεν σε ενημέρωσαν ; Και τελείωσαν και τα κέρματα. Περιμένουμε το γιατρό να περάσει να μας πει καληνύχτα.

Τι μέρα να είναι άραγε. Τι σε νοιάζει. Είναι το αντίγραφο κάποιας Δευτέρας. Είναι η Δευτέρα αντίγραφο, αντίγραφο, αντίγραφο, 27.

Είναι η ίδια μέρα που παίζει και ξαναπαίζει.

Άφησες το τιμόνι του αυτοκινήτου σήμερα, κι όμως, έφτασες στη δουλειά.

Δε μίλησες καθόλου, σε κανέναν, κι όμως.

Περίμενες μπροστά στην κατσαρόλα και μετά άδειασες στο πιάτο. Αν και για το τελευταίο δεν είσαι και πολύ σίγουρος. Αισθάνεσαι χορτάτος κάπως. Άρα έγινε.

Δευτέρα αντίγραφο 27 σήμερα. αντίγραφο 28 αύριο. Μια μέρα είναι,  θα περάσει, σε ένα μήνα, σε ένα χρόνο, σε μια δεκαετία, τι θα κάνει, θα περάσει.

[2:21] Ο κέρσορας αναβόσβησε 19 φορές.

Μόλις έχασες 4 λεπτά απο το χρόνο σου διαβάζοντας τα παραπάνω. Αλλά κλάϊν, ο χρόνος είναι άπλετος,  δεν είναι ;

Μα δεν πήρες τίποτα, ούτε έμαθες τίποτα, ούτε σκέφτηκες τίποτα. Ούτε αισθάνθηκες τίποτα.

Μήπως κοιμάσαι ;

Και το όνειρο ; Πού ειναι το όνειρο ;

Για μισό.

Μπα,

είναι όλα ακίνητα, και ξέρεις τι μέρα είναι, είναι Δευτέρα Αντίγραφο 27.

Ξέρεις ότι αυτό ειναι ένα γαμάτο κείμενο.

Δεν θα πεταχτείς ιδρωμένος να το σημειώσεις κάπου.

Είναι εδώ.

Και αυτό και το φεγγάρι έξω.

Κρεμασμένο στα σύρματα.

1

Posted in Beware_Bad_Day, Postcards from Nowhere | Leave a comment

here i am

night-owl

Σταματάω το χρόνο, όσο μπορώ, εκεί, ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τα θλιμμένα πρόσωπα. Ρωτάω χαμογελώντας πώς ειναι η ζωή χωρίς ακουστικά και τα κομμάτια που ακούς ξανά και ξανά μέχρι να καούν στην ατέρμονη επανάληψή τους.

Σκέφτομαι ότι στέκομαι εδώ, στο ρεαλιστικό μέσο της ζωής μου και δεν έγινα κατανοητός. Σε μένα.

Για φαντάσου, εγώ,  που ζω για να απλοποιώ.

Ωστόσο,

Σταμάτα εκεί. Μείνε ακίνητη. Κόβω βόλτες γύρω σου, βγάζω φωτογραφίες ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Από απίθανες γωνίες, σε λάθος φωτισμούς, σε χρόνους που πέρασαν και χάθηκαν με χαμόγελα μισά και πολλά “τα λέμε”. Άστο.

Ας περπατήσουμε.

Δεν έχει σημασία πού. Αρκεί να χαθούμε.

Μοναδικό θλιβερό προαπαιτούμενο έγινε αυτό: να χαθεί το στίγμα, η αφετηρία και ο προορισμός.

Μόνο τότε δεν τα θρηνείς.

Τι έμεινε; Η νύχτα, τα αυτοκίνητα που ξεκινούν στα πράσινα και χάνονται, το πλαστικό χαμόγελο της κοπέλας που εξυπηρετεί, αυτή η πόλη και, και,

το κεφάλι μου που γέρνει μια αριστερά, μια δεξιά προσπαθώντας να πετύχει τη σωστή οπτική του κόσμου.

Posted in Postcards from Nowhere, something like poetry | Leave a comment

Say Cheese

header_essay-girl-in-cafe-in-paris-120383778_master

Ένα φεγγάρι μόλις πέρασε ανάμεσα σε δύο σύννεφα που έτοιμα ήταν για ενα φιλί αποχαιρετισμού πριν το ταξίδι τους για τις άκρες του κόσμου.

Τα είδα, εκεί κρυφά ανάμεσα στις πολυκατοικίες και έκανα λίγο πίσω να μην ενοχλήσω, να μη διακόψω το κλείσιμο των ματιών στον ουρανό και την υπόσχεση μιας επιστροφής που ποτέ δε θα συμβεί.

Σήμερα, τώρα, αυτή ακριβώς τη στιγμή, αυτό το δευτερόλεπτο, έχω γενέθλια. Κλείνω μια λούπα. Έχω βρεθεί ξανά σε αυτή τη στιγμή, με αυτές τις σκέψεις, με αυτή τη μουσική και με αυτό το φως, στο ίδιο dead end. Οπότε, λούπες πολλές και υγεία.

Φοράω καπελάκι the loop is here, νιώθω λέξεις να χτυπούν μέσα μου, να σπρώχνουν τα τοιχώματά μου για να βγουν έξω, άλλοτε ρυθμικά, άλλοτε ακανόνιστα, σαν καρδιά, άρρυθμη, χαστουκισμένη αλλά still alive.

Ανάβω κεράκι στη φανταστική μου τούρτα, φυσάω, χειροκρότημα (απο το διπλανό παράλληλο σύμπαν), χαμόγελο, φλας μηχανής, σήμερα γίνομαι 8 χρονών, ήχος πλήκτρων, σιωπή στην επόμενη λέξη, γιορτή σου λεω.

Χαμογελάω, αλλά δεν. Να κάτι καινούργιο.

Κάνω πως δε θυμάμαι πότε ήταν αυτή η στιγμή ξανά. Κάνω πως ξεχνάω πότε και πού και πώς και γιατί. Όλο για πιο πολλά, όλο για περισσότερα μέχρι που κάθε στιγμή γράφεται και σβήνεται ταυτόχρονα. Τι μένει;

Οι φωτογραφίες μου.

Αποφάσισα να μετράω το χρόνο με στιγμές. Το σκέφτηκα πολύ και τα πετάω τα ημερολόγια και τα ρολόγια, περιττά περιττά, σα ρούχα που βγαίνουν πριν την αναπαραγωγή.

Ξεχωρίζω τη μια μέρα απο την άλλη. Πριν τις χάσω. Δεν έχει νόημα η Δευτέρα και η Πέμπτη και ο μήνας και το δευτερόλεπτο.

Είναι αυτή η βροχή. Οι σταγόνες που πάγωσαν. Το ζευγάρι που πίνει καφέ. Το παιδάκι που κάνει ποδήλατο. Η μάπα μου. Το ταμπλό του αυτοκινήτου φεύγοντας απο τη δουλειά. Ο έρημος δρόμος.

Τι ώρα είναι ; Δε γνωρίζω. Μισό να δω το φως. Το κάδρο.

Say Cheese.

 

Posted in Beware_Bad_Day, Postcards from Nowhere | Leave a comment